Επίσημη σελίδα ΟΑΚΚΕ

 Χαλκοκονδύλη 35, τηλ-φαξ: 2105232553 email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Με τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν που ζούμε αυτή την περίοδο η ΟΑΚΚΕ βρέθηκε για τέταρτη φορά σε σύγκρουση με τη θέση που πήραν οι περισσότεροι δημοκρατικοί φιλελεύθεροι υπέρ μιας δυτικής στρατιωτικής επέμβασης ενάντια σε μια χώρα του τρίτου κόσμου που έχει μια τρομοκρατική δικτατορική κυβέρνηση. Η ΟΑΚΚΕ καταδίκασε αποφασιστικά όλες αυτές τις επιθέσεις σε πρώτο επίπεδο από άποψη αρχής, δηλαδή με το σκεπτικό ότι καμιά χώρα δεν έχει δικαίωμα να επιτεθεί σε μια άλλη για να την «απελευθερώσει» από μια δικτατορία. Αυτό είναι ένα δικαίωμα που έχει μόνο ο ίδιος ο λαός της δοσμένης χώρας και μπορεί να το ασκήσει παίρνοντας όπλα κατ’ αρχήν από τον ίδιο τον εχθρό και τελικά και από έξω.

Έχουμε όμως σε ένα δεύτερο επίπεδο καταδικάσει αυτές τις επεμβάσεις, επειδή εξυπηρετούν τη στρατηγική ενός άλλου ιμπεριαλισμού, του ρώσικου νεοχιτλερικού. Αποδείχτηκε πράγματι ότι οι τρεις πρώτες από αυτές επεμβάσεις (Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη) τώρα έφεραν στην εξουσία σε βάθος χρόνου κυρίως φιλορώσικες πολιτικές δυνάμεις, ενώ η τέταρτη που ζούμε τώρα δείχνει ότι θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα, ίσως μάλιστα πιο σύντομα και πιο χτυπητά. Ένας σημαντικός λόγος που πολλοί δημοκράτες υποστηρίζουν αυτές τις επεμβάσεις είναι ότι οι σοσιαλφασίστες φίλοι της Ρωσίας επίσης τις καταδικάζουν, όπως κάνει συχνά και η ίδια. Όμως οι σοσιαλφασίστες καταγγέλλουν την επέμβαση μόνο και μόνο για να καταγγείλουν από θέση αρχής τον επεμβασία αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Εμείς καταγγέλλουμε την επέμβαση γιατί φέρνει από πολιτική παρακμή ή δόλο, αργά ή γρήγορα, τον πιο κτηνώδη ιμπεριαλισμό στην εξουσία και μια πολύ πιο σκληρή και πιο διεφθαρμένη δικτατορία από εκείνη που αντικατέστησε. Και τούτο γιατί αυτές οι επεμβάσεις διευκολύνουν τη Ρωσία να εμφανιστεί σαν προστάτης της χώρας που υπήρξε θύμα της επέμβασης. Γιατί οι επεμβασίες σύντομα από την ίδια την ιμπεριαλιστική φύση τους αποκαλύπτονται στο λαό της δοσμένης χώρας σαν μια εξωτερική καταπιεστική και γι αυτό αντιπατριωτική δύναμη. Έτσι η Ρωσία αλλά και η στρατηγική της σύμμαχός Κίνα κατακτούν μέσα από αυτές τις στρατιωτικές επεμβάσεις κρίσιμες θέσεις στον Τρίτο Κόσμο. Έτσι περικυκλώνουν αργά αλλά μεθοδικά τις δυτικές αστοδημοκρατίες, ιδιαίτερα τις ισχυρές οικονομικά αλλά αδύναμες πολιτικοστρατιωτικά ευρωπαϊκές. Πρόκειται για μια στρατηγική του ρώσικου σοσιαλιμπεριαλισμού που μετά την αμερικάνικη επέμβαση στη Λιβύη την έχουμε περιγράψει με την εξής εικόνα: «Οι ΗΠΑ τινάζουν την ελιά, η Ρωσία μαζεύει τον καρπό». Οι ΗΠΑ αντικειμενικά καταστρέφουν ή εξαρτούν μια χώρα στο όνομα μιας εκστρατείας για την απελευθέρωση της. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι πληθυσμοί αυτών των χωρών, βλέπουν τελικά τη Ρωσία αλλά και την Κίνα σα φίλους τους. Έτσι ειδικά η πολύ πλούσια σε παλιούς και νέους πολιτικούς πράκτορες Ρωσία μπορεί να εγκαθιστά σε αυτές τις χώρες φιλικές ή υποτακτικές της κυβερνήσεις.

 

Σε μια ομιλία του σε ανώτερους στρατιωτικούς κύκλους το Φλεβάρη, ο Πούτιν ζήτησε από τις στρατιωτικές βιομηχανίες να εξαλείψουν το χάσμα ασφάλειας που χωρίζει τη Ρωσία από τις ΗΠΑ. «Η δυναμική των γεωπολιτικών εξελίξεων απαιτεί η απάντησή μας να είναι

Η ελληνική αστική τάξη κι ακόμη περισσότερο η φιλοϊμπεριαλιστική ελληνική ψευτοαριστερά, δηλαδή ο σοσιαλφασισμός, δεν είχαν ποτέ αντιιμπεριαλιστικές τάσεις και σκοτούρες. Ήξεραν πάντα, η πρώτη να ξεπουλιέται στον κυρίαρχο ηγεμονιστή κι αργότερα ιμπεριαλιστή κάθε εποχής ή ακόμη χειρότερα στη μεγάλη εκείνη δύναμη που μυριζόταν ότι βαδίζει προς την κυριαρχία, η δε δεύτερη να αποτελεί από το 1956 τσιράκι των Ρώσων σοσιαλμπεριαλιστών μεγαλοαστών και αργότερα (λόγω υποταγής στις διεθνείς συμμαχίες της φασιστικής Μόσχας) και των Κινέζων ομολόγων τους.

  Οι βομβιστικές επιθέσεις στο μαραθώνιο της Βοστώνης των ΗΠΑ είναι μία επίθεση γενοκτονικής λογικής, δηλαδή εξόντωσης του άμαχου πληθυσμού  σαν εξίσου υπεύθυνου για τις πράξεις των κυβερνήσεων.

Το μεγαλειώδες μαζικό κίνημα διαμαρτυρίας των Αφροαμερικανών των ΗΠΑ με τη συμμετοχή και τη θερμή στήριξη των δημοκρατών της χώρας ενάντια στην αστυνομική ρατσιστική βαναυσότητα πρέπει να υποστηριχθεί από κάθε δημοκρατικό άνθρωπο στον πλανήτη. Πρέπει να υποστηριχθεί και όταν η οργή των διαδηλωτών φτάνει σε βίαιες αναμετρήσεις με μια αστυνομία που έχει κλιμακώσει τα τελευταία χρόνια τη συστηματικά κτηνώδη και θεσμικά ατιμώρητη συμπεριφορά της απέναντι στο έγχρωμο και φτωχό κομμάτι του πληθυσμού της χώρας.

Εκείνο που δεν πρέπει να υποστηριχθεί αλλά αντίθετα να καταδικαστεί αποφασιστικά είναι οι εμπρησμοί μαγαζιών και το πλιάτσικο επειδή έρχονται σε σύγκρουση με τις διαθέσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας του αμερικανικού λαού και γι’ αυτό βοηθάνε καίρια την πολιτική αντεπίθεση ακόμα και την εκλογική νίκη της όλο και πιο εκτεθειμένης και απομονωμένης προεδρίας Τραμπ.

Αν αυτές τις ενέργειες και άλλες πολύ πιο ανησυχητικές, όπως την αντισημιτική επίθεση στο Λος Άντζελες, τις υποδαυλίζουν φασιστικά και σοσιαλφασιστικά πολιτικά ρεύματα, η πάλη με αυτά είναι υπόθεση του ίδιου του δημοκρατικού κινήματος και όχι των οποιωνδήποτε απαγορεύσεων του φασίστα Τραμπ. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός έχει την ανοιχτή στήριξη του φίλου του, ηγέτη του παγκόσμιου και σοσιαλφασιστικού στρατοπέδου Πούτιν που ξέρει και μπορεί όσο κανείς να χρησιμοποιεί προβοκάτορες με αριστερό μανδύα για να δυναμώνει τους κλασικούς φασίστες και να λερώνει γνήσια λαϊκά κινήματα σαν κι αυτό που ξετυλίγεται σήμερα στις ΗΠΑ.

Αθήνα, 2 Ιουνίου 2020

Δεν έχουν περάσει ούτε τρεις μήνες από τις πρώτες μέρες της αμερικανικής στρατιωτικής νίκης στο Ιράκ και η πιο ηλίθια υπερδύναμη δοκιμάζει εκεί τη μια ήττα μετά την άλλη και τη μια δυσάρεστη έκπληξη μετά την άλλη. Αυτές οι ήττες που

Στην ανακοίνωσή της 16/6/2025 για τον πόλεμο Ισραήλ–Ιράν,* η ΟΑΚΚΕ προειδοποιούσε ότι οι βομβαρδισμοί του Ισραήλ, «κάτω από την πολιτική επίβλεψη του πουτινικού προβοκάτορα προέδρου των ΗΠΑ», όχι μόνο δεν θα αποδυναμώνανε το αντιδραστικό καθεστώς της Τεχεράνης, αλλά θα το σπρώχνανε βαθύτερα στην αγκαλιά της Ρωσίας και της Κίνας, ενισχύοντας τις πιο φιλοπουτινικές και εθνοφασιστικές πτέρυγές του. Συγκεκριμένα η ανακοίνωση τόνιζε πως:

«η επίθεση αυτή δεν θα κινητοποιήσει το δημοκρατικό κίνημα του Ιράν εναντίον του καθεστώτος των μουλάδων. Αντίθετα θα το προβοκάρει και θα ανοίξει το δρόμο στον απόλυτο έλεγχο του εθνοφασιστικού αντισημιτικού και επεκτατικού καθεστώτος του από τους πολύ ισχυρούς, αλλά όχι ακόμα κυρίαρχους μέσα σε αυτό, υποτακτικούς της νεοχιτλερικής Ρωσίας».

Πρόσφατα σε ένα γεωπολιτικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στο Capital.gr** επιβεβαιώνεται πλήρως αυτή η εκτίμηση.

Το άρθρο σημειώνει ευθύς εξαρχής ότι, παρά τις προσδοκίες για ρήξη Ιράν–Ρωσίας:

«Στην πραγματικότητα, συνέβη το αντίθετο: ο δωδεκάημερος πόλεμος έσπρωξε την Τεχεράνη ακόμη πιο κοντά στη Μόσχα και οδήγησε σε νέες συμφωνίες συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένου του πυρηνικού τομέα». Δηλαδή το προβοκατόρικο χτύπημα ενίσχυσε τη ρωσική επιρροή, αντί να την περιορίσει.

Κάθε ειρηνόφιλος άνθρωπος οφείλει να καταδικάσει την εισβολή της Τουρκίας και την κατοχή μιας λωρίδας εδάφους της Βόρειας Συρίας και να απαιτήσει την άμεση αποχώρηση και αυτού του ξένου στρατού από τη χώρα. Αυτό το λέμε παρόλο που υπάρχει πραγματικό ζήτημα άμυνας της Τουρκίας σαν χώρας από τις τρομοκρατικές επιθέσεις του φασιστικού εθνοσοβινιστικού ΡΚΚ που εμφανιζόμενο σαν YPGέχει αποκτήσει ισχυρές στρατιωτικές θέσεις στη Βόρεια Συρία λειτουργώντας πραξικοπηματικά μέσα στον κουρδικό πληθυσμό αρχικά κάτω από την προστασία του Ασαντ, της Ρωσίας και τελευταία των ΗΠΑ. Δεν είναι τυχαίο ότι η πιο ουσιαστική απάντηση του ΡΚΚ στην τούρκικη επίθεση ήταν ο βομβαρδισμός του τουρκικού πληθυσμού με αποτέλεσμα το θάνατο 6 αμάχων. Για μας όμως τόσο γενικά αλλά και ειδικά στις δοσμένες συνθήκες ο μόνος παράγοντας που έχει δικαίωμα να τα βάλει με το ΡΚΚ και οποιονδήποτε άλλο εισβολέα της χώρας δεν είναι καμιά ξένη δύναμη αλλά ο συριακός λαός στα πλαίσια του συριακού δημοκρατικού κινήματος, παρόλα τα πλήγματα που αυτό έχει δεχθεί.

Η ήττα του φασίστα Τραμπ το πρώτο καθήκον κάθε φίλου της ειρήνης και της δημοκρατίας - Στήριξη στον Μπάιντεν αλλά χωρίς αυταπάτες

Ο Μπάιντεν όμηρος των Ομπάμα - Σάντερς

Χωρίς την ηγεμονία στο αντιφασιστικό μέτωπο της λαϊκής και εργατικής Αριστεράς οι μισοδημοκρατικές φράξιες της αστικής τάξης οδεύουν νομοτελειακά προς συντριβή

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει έστω και την τελευταία στιγμή να πάψει να ταλαντεύεται για το αν θα μείνει μόνη της απέναντι στον Πούτιν και τον Σι και να νομίζει ότι θα την σώσει η αδύναμη μισοδημοκρατική μειοψηφία του ρεπουπλικανικού κόμματος των ΗΠΑ ή ακόμα χειρότερα οι νεοναζί της Κίνας του Σι. Η Ευρώπη πρέπει να στηριχθεί στον εαυτό της, στα δημοκρατικά αντιφασιστικά κινήματα και στις δημοκρατικές αντιφασιστικές δυνάμεις σε όλο τον κόσμο, ανάμεσα τους και σε αυτές των ΗΠΑ. Κυρίως όμως στην εποχή που τόσο οι κλασικοί φασίστες, όσο κυρίως οι φασίστες με "αριστερές" σημαίες οδηγούν το όλο και πιο εξαθλιωμένο παγκόσμιο προλεταριάτο σε έχθρα με τις αστικές δημοκρατίες και σε φιλία με το νεοναζιστικό Άξονα Ρωσίας-Κίνας και με τον αμερικανό κουίσλιγκ φίλο τους Τραμπ και την κλίκα του, το πιο κρίσιμο και ζωτικό καθήκον των αριστερών δημοκρατών και των πραγματικών κομμουνιστών είναι το να αντισταθούν στον Άξονα συσπειρώνοντας και όχι χτυπώντας το ευρωπαϊκό αλλά και το τριτοκοσμικό προλεταριάτο. Αυτό σημαίνει να αποδείξουν στην πράξη ότι δεν μπορεί ο πατριωτικός πόλεμος της Ευρώπης απέναντι στους νεοναζί, που έχει αρχίσει στο ηρωϊκό ουκρανικό μέτωπο, να γίνει με τους μεγαλοαστούς να συσσωρεύουν όλο και πιο μεγάλο πλούτο και τους λαούς να πληρώνουν μόνοι τους και μάλιστα κύρια για το κόστος της άμυνας τόσο σε χρήμα σήμερα όσο και σε ζωές αύριο. Αυτό σημαίνει ότι τώρα είναι η ώρα να ξεπηδήσει μια νέα δημοκρατική και επαναστατική αντιφασιστική αριστερά και ένα νέο μαζικό αντισοσιαλφασιστικό κομμουνιστικό κίνημα. Γιατί η αστική τάξη, ακόμα και όταν εκτελεί από τις συνθήκες πατριωτικά καθήκοντα αντλεί τη δύναμη της αντίστασής της από την αποφασιστικότητα των μαζών. Η ίδια ακόμα και στην καλύτερη της εκδοχή έχει την τάση του συμβιβασμού, ιδιαίτερα όταν σε μια πρώτη φάση ο φασισμός κερδίζει ένα μεγάλο κομμάτι των μαζών όπως γίνεται σήμερα στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στη χώρα μας, και πιο πολύ στις ΗΠΑ.