Έτσι ο ουγγρικός λαός, με μια μαζική - πάνω από 80% συμμετοχή - εκλογική παρέμβαση ιδιαίτερα πολιτικά φορτισμένη, κατέβασε έπειτα από δεκαέξι χρόνια το κόμμα του Βίκτορ Ορμπάν από την κυβέρνηση. Η ήττα αυτή δεν αντιμετωπίστηκε απ’ την Ευρώπη απλώς σαν ένα θετικό βήμα, μια τακτική νίκη των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων, αλλά σαν ένα αποφασιστικό, σχεδόν στρατηγικό πλήγμα στις φιλορώσικες δυνάμεις. Αυτές πράγματι για χρόνια υπονόμευαν την ευρωπαϊκή συνοχή, μπλοκάροντας κυρώσεις, υπονομεύοντας τη στήριξη προς την Ουκρανία και λειτουργώντας σαν προτεταμένος βραχίονας της Μόσχας. Τέτοια ήταν η διαλυτική δράση του Ορμπάν στην ΕΕ με τα συνεχόμενα βέτο υπέρ της Ρωσίας σε τέτοιο βαθμό που εξεταζόταν μέχρι και η αποπομπή της Ουγγαρίας σε περίπτωση επανεκλογής του Ορμπάν. Έτσι η εκλογική νίκη του Πέτερ Μαγιάρ, που συνοδεύτηκε από σαφή δέσμευση για επαναφορά της χώρας στην ευρωπαϊκή τροχιά, θεωρήθηκε σαν η μεγάλη κρίσιμη νίκη απέναντι στον πουτινισμό. Όμως δεν φαίνεται καθόλου να είναι έτσι τα πράγματα.
Αν λοιπόν δούμε το αποτέλεσμα απ’ την πλευρά των διαθέσεων της πλειοψηφίας των Ούγγρων ψηφοφόρων, θα διαπιστώσουμε ότι η εκλογική μάχη δεν είχε το χαρακτήρα δημοψηφίσματος υπεράσπισης ή αποδοκιμασίας της Ευρώπης. Μια έρευνα που διεξήχθη από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR) αποκάλυψε ότι μόνο το 10% των ψηφοφόρων του Tisza(το κόμμα του Μαγιάρ, «Σεβασμός και Ελευθερία») θεωρούσαν τις «σχέσεις με την ΕΕ» ως το πιο σημαντικό ζήτημα που αντιμετωπίζει η χώρα τους. Ο Orbán και το κόμμα του Fidesz έχασαν τις εκλογές κυρίως λόγω του καταστροφικού ιστορικού των οικονομικών τους πολιτικών, καθώς και της εκτεταμένης διαφθοράς που χαρακτήριζαν τα δεκαέξι χρόνια της εξουσίας τους.
Η πολιτική πλατφόρμα του Μαγιάρ
Μέσα σε αυτό το κοινωνικό και πολιτικό έδαφος προέκυψε η άνοδος του Μαγιάρ, ο οποίος δεν εμφανίστηκε σαν ένας κλασικός δημοκρατικός αντιπολιτευόμενος αλλά ως ένας «εκ των έσω» αμφισβητίας του συστήματος. Η προεκλογική του καμπάνια οργανώθηκε γύρω από μια πλατφόρμα με τίτλο «Θεμέλια μιας Λειτουργικής και Ανθρώπινης Ουγγαρίας», που στόχευε σε επίπεδο υποσχέσεων βασικά στις υλικές δυσκολίες των λαϊκών στρωμάτων. Το πολιτικό του πρόγραμμα ήταν γεμάτο από τις γνωστές δημαγωγικές υποσχέσεις για μειώσεις φόρων για τις εργατικές οικογένειες, για αύξηση συντάξεων και επιδομάτων τέκνων, για ενίσχυση της δημόσιας υγείας και για αυξήσεις μισθών σε χαμηλόμισθες κατηγορίες, ενώ έδινε μεγάλη βαρύτητα στην επαρχία και στις αγροτικές περιοχές που είχαν εγκαταλειφθεί από την παραδοσιακή αστοδημοκρατική αντιπολίτευση. Ταυτόχρονα συνέδεσε αυτά τα μέτρα με την ανάγκη ανάκτησης των ευρωπαϊκών κονδυλίων που είχαν χαθεί επί ViktorOrbán, παρουσιάζοντας έτσι μια εύκολη πρόταση διεξόδου από την οικονομική στασιμότητα.
Για να μπορέσει να συσπειρώσει μεγάλα ακροατήρια ψηφοφόρων στη χώρα κινήθηκε χωρίς κανένα κοινωνικό και πολιτικό ριζοσπαστισμό. Παρουσίασε τον εαυτό του ως κεντροδεξιό εθνικιστή, οικονομικά λαϊκιστή και κοινωνικά συντηρητικό. Έτσι φρόντισε να μην διαταράξει αλλά να κερδίσει το ομοφοβικό ρεύμα των «παραδοσιακών οικογενειακών αξιών» του πουτινισμού στο οποίο στηριζόταν και το οποίο δυνάμωσε ο Όρμπαν (πχ αρνήθηκε να παραστεί σε μια πορεία ομοφυλόφιλης υπερηφάνειας στη Βουδαπέστη, γεγονός που δυσκόλευε τον κ. Όρμπαν να τον παρουσιάσει ως υπερασπιστή των ακτιβιστών ΛΟΑΤΚΙ+). Χρησιμοποίησε πατριωτικά σύμβολα, έδωσε έμφαση σε εθνικά ζητήματα με σκληρή στάση στο μεταναστευτικό και στις μειονότητες των Ούγγρων στο εξωτερικό (μέχρι που άφησε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να απελάσει τον πρέσβη της Σλοβακίας για τον τρόπο που φέρεται στους Ούγγρους που ζουν εκεί).
Ο Μαγιάρ σαν εσωτερικός του καθεστώτος
Όλα τα παραπάνω όμως θα ήταν δύσκολο να τον αναδείξουν σε κύρια μορφή αντιπολίτευσης και ενδεχόμενο παράγοντα εξουσίας αν δεν είχε προηγηθεί μια ιδιαίτερα σύγκρουση του ίδιου με το κόμμα του Ορμπάν στο οποίο ήταν βασικό στέλεχος, αν και όχι τόσο προβεβλημένο. Αυτή τη θέση αξιοποίησε για να καταγγείλει με ένα θεαματικό τρόπο ένα σύστημα όπου –όπως υποστήριξε– «μερικές οικογένειες κατέχουν τη μισή χώρα».
Ωστόσο, ακριβώς αυτή η προέλευση του Μαγιάρ από τον ίδιο τον πυρήνα του καθεστώτος αποτελεί και την πρώτη μεγάλη αιτία των επιφυλάξεων που πρέπει να έχουν οι ούγγροι και οι ευρωπαίοι δημοκράτες γι αυτόν. Δεν πρόκειται δηλαδή για έναν αντίθετο πόλο με μακρά αντιπολιτευτική δράση και διαπιστευτήρια δημοκρατικότητας καθώς και κάποιας πολιτικής στάσης που να βασίζεται σε αρχές. Ο Μαγιάρ αποτελεί ένα στέλεχος του κόμματος Fidesz του Όρμπαν , μέλος του για περισσότερα από 20 χρόνια, το οποίο ανέλαβε ανώτερες θέσεις σε κρατικούς θεσμούς. Μόλις στις αρχές του 2024, ήρθε ξαφνικά η παραίτηση του, και αυτή όχι σε κάποιο μεγάλο ζήτημα διαφωνίας του με την πολιτική γραμμή του Ορμπάν, αλλά σε ένδειξη διαμαρτυρίας για ένα σκάνδαλο που αφορούσε την απονομή χάριτος από την κυβέρνηση σε έναν πρώην αξιωματούχο με ισχυρές διασυνδέσεις που είχε καταδικαστεί για τη συγκάλυψη σκανδάλου σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών σε οικοτροφείο. Μάλιστα ο ίδιος έφερε στο φως τη συγκεκριμένη υπόθεση παγιδεύοντας με ηχογράφηση την πρώην σύζυγο του, JuditVarga, υπουργό Δικαιοσύνης και κεντρικού προσώπου της κυβέρνησης, δηλαδή αξιοποιώντας ύπουλα μια στενή συγγενική σχέση αλλά και την από τα μέσα έμπιστη πολιτική του σχέση με το καθεστώς. Στη συνέχεια εντάχθηκε στο κόμμα Tisza και ανήλθε στην ηγεσία του. Αυτή η πρακτική, πέρα από το ότι λειτούργησε ως καταλύτης, φανερώνει μια πολιτική κουλτούρα υψηλού καιροσκοπισμού και χρήσης βρώμικων μέσων για την κατάκτηση της εξουσίας.
Ο ρωσικός σοσιαλιμπεριαλισμός χρειαζόταν μια πιο ευέλικτη εναλλακτική στην Ουγγαρία
Η γρήγορη πολιτική μεταμόρφωση του PéterMagyar δεν δείχνει μια ριζική ιδεολογική και πολιτική ρήξη, αλλά μια ευέλικτη μετατόπιση από κορυφή σε κορυφή εντός του ίδιου συστήματος. Αυτή ακριβώς η συνέχεια πίσω από τη φαινομενική ανατροπή φαίνεται να εξυπηρετεί απόλυτα τη Μόσχα, η οποία βλέπει στον Μαγιάρ έναν πιο αποτελεσματικό μοχλό εξουσίας της σε σχέση με τον Ορμπάν. Ο τελευταίος, μετά από 16 χρόνια, είχε γίνει πλέον βάρος για μια ρωσική διπλωματία που κάνει έντονη εσωτερική διαβρωτική δουλειά σε κάθε χώρα. Όμως ο Ορμπάν δημιουργούσε συνεχείς τριβές, πόλωση και τελικά πανευρωπαϊκή συσπείρωση κατά της Ρωσίας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Φιόντορ Λουκιάνοφ, ένας από τους κορυφαίους προπαγανδιστές του Κρεμλίνου, η ήττα του Ορμπάν δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς «η κούραση είναι αναπόφευκτη και ψυχολογικά κατανοητή» μετά από τόσα χρόνια στην εξουσία. Με άλλα λόγια, για τη Ρωσία ο Όρμπαν ήταν ένα αρκετά «εξαντλημένο άλογο» που χρειάζονταν να αντικατασταθεί από μια πιο πρακτική εναλλακτική, που θα μπορούσε να ταλαντεύει και να διασπάει την Ευρώπη. Τέτοιος υποπτευόμαστε ότι είναι ο Mαγιάρ.
Μόνο έτσι εξηγείται γιατί η Ρωσία δεν επέλεξε μια συγκρουσιακή στάση απέναντι στη νέα ηγεσία της Ουγγαρίας. Αντίθετα, το Κρεμλίνο, μέσω του εκπροσώπου του Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε έτοιμο να δημιουργήσει «πραγματιστικές επαφές» με το νικητή των εκλογών, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας με τη νέα κυβέρνηση. Θυμίζουμε ότι στο πρόσφατο παρελθόν, σε χώρες όπως η Μολδαβία και η Ρουμανία, η Μόσχα δεν δίστασε να αμφισβητήσει ανοιχτά τα εκλογικά αποτελέσματα μετά την εκλογή φιλοδυτικών κυβερνήσεων. Και παρόλο που η ρωσική ηγεσία δεν συνεχάρη το νέο πρωθυπουργό για τη νίκη του στις βουλευτικές εκλογές – με τον Ντμίτρι Πεσκόφ να εξηγεί ότι η Ουγγαρία θεωρείται «εχθρική χώρα» (γιατί είναι χώρα του ΝΑΤΟ) και ότι «δεν στέλνουμε συγχαρητήρια σε μη φιλικές χώρες» – οι δηλώσεις αυτές δεν αφορούν τη νέα ηγεσία. Αντίθετα, αντικατοπτρίζουν το γεγονός ότι η κυβέρνηση Όρμπαν, παρά τη δηλωμένη ρωσοφιλία του ίδιου, είχε τελικά υποστηρίξει και τα 19 πακέτα κυρώσεων της ΕΕ κατά της Ρωσίας ακριβώς για να μην απομονωθεί εντελώς, οπότε η ΕΕ θα τον παράκαμπτε. Το κέρδος που είχε η Ρωσία με αυτόν είναι ότι καθυστερούσε τις αποφάσεις της ΕΕ. Αλλά από ένα σημείο και πέρα η ΕΕ δεν ήταν διατεθειμένη να τον περιμένει.
Επίσης στην πράξη η Βουδαπέστη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις παραδόσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου που μεταφέρονται μέσω των παλιών δικτύων αγωγών από την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης και τις οποίες ο Ορμπάν διατήρησε με μακροπρόθεσμες συμφωνίες που ισχύουν έως το 2036. Μια τέτοια κατάσταση δείχνει τα στενά περιθώρια οικονομικής ανεξαρτησίας της χώρας απ τη Ρωσία. «Εάν η Ουγγαρία εγκρίνει το στρατιωτικό δάνειο προς την Ουκρανία (τα 90 δισεκατομμύρια ευρώ που υποσχέθηκε στο Κίεβο η ΕΕ), θα πρέπει οπωσδήποτε να σταματήσουμε να του παρέχουμε ενέργεια», υπαινίχθηκε η εφημερίδα KomsomolskayaPravda. Ενώ η πλειοψηφία των ψηφοφόρων του Tisza πιστεύει ότι η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να υιοθετήσει μια «πολύ διαφορετική προσέγγιση» στο ουκρανικό και να υποστηρίξει τη διέλευση στρατιωτικής βοήθειας μέσω της Ουγγαρίας, ο Μαγιάρ ακολούθησε μια πιο φιλική στη Μόσχα προσέγγιση στο ζήτημα αυτό. Ενώ αποδέχτηκε το ευρωπαϊκό δάνειο των περίπου 90 δισ. ευρώ - στο οποίο δε θα συμβάλλει οικονομικά η Ουγγαρία του Μαγιάρ - αρνείται να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε στρατιωτική βοήθεια, ενώ δεν αποδέχεται την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ στο άμεσο μέλλον, συνεχίζοντας σε αυτό το κρίσιμο σημείο την πολιτική του Ορμπάν.
Η πολιτική του Μαγιάρ αποτυπώνεται στο παρακάτω σχόλιο του Μαξίμ Γιούσιν καθεστωτικού αναλυτή στη Ρωσία: «Στην ουσία, ο Πέτερ Μαγιάρ είναι εθνικιστής όπως ο Όρμπαν, αλλά πιο μετριοπαθής. Ρισκάρει να καθοδηγείται κυρίως από τα εθνικά συμφέροντα της Ουγγαρίας, όχι από τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, και ακόμη λιγότερο από αυτά της Ουκρανίας. Και το συμφέρον της Ουγγαρίας έγκειται στο να συνεχίσει να αποκτά φθηνή ρωσική ενέργεια ». Έτσι βλέπουμε τον Μαγιάρ να κρατάει ανέγγιχτους τους διαύλους με Ρωσία και Κίνα, στέλνοντας ευχαριστήρια μηνύματα που αυτές αποδέχτηκαν (!) το αποτέλεσμα των εκλογών και δηλώνοντας ότι θα συνομιλούσε με τον Πούτιν αν τον καλούσε...
Έτσι εξηγείται και η στάση του ρωσόδουλου Ντόναλντ Τραμπ. Αυτός ενώ είχε στηρίξει ανοιχτά τον Όρμπαν με δηλώσεις του τύπου ότι θα επαναφέρει «την οικονομική ισχύ των ΗΠΑ» αν επανεκλεγεί, φτάνοντας στο σημείο να στείλει τον αντιπρόεδρό του Βανς στηn προεκλογική φιέστα του Fidesz για να τον στηρίξει, την επομένη της εκλογικής ήττας του Όρμπαν στο ABCNews, είπε ότι δεν ανησυχεί για την αλλαγή εξουσίας στην Ουγγαρία. Δήλωσε χαρακτηριστικά: «Νομίζω ότι ο νέος άνθρωπος θα κάνει καλή δουλειά — είναι καλός άνθρωπος».
Για να αντιληφθούμε τη λεπτή διπλή τακτική του Μαγιάρ εντός της Ευρώπης θα χρειαστεί να δούμε τη στάση του για τη μετανάστευση. Δηλώνει στο εσωτερικό ότι θα διατηρήσει τον φράχτη στα σύνορα και προτείνει ακόμη αυστηρότερους περιορισμούς από τον προκάτοχό του, συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης προγραμμάτων φιλοξενούμενων εργατών, ενώ ταυτόχρονα οι ευρωβουλευτές του κόμματός του στο εξωτερικό έχουν στηρίξει πλευρές της ευρωπαϊκής πολιτικής για το μεταναστευτικό (όπως το νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης που προβλέπει κοινή διαχείριση και κατανομή ευθυνών), και όχι τη γραμμή Ορμπάν για πλήρη χρηματοδότηση και ενίσχυση του συνοριακού τείχους ως κεντρικού εργαλείου πολιτικής. Αυτή η αντίφαση –σκληρή εθνική ρητορική στο εσωτερικό, αλλά προσαρμογή σε ευρωπαϊκές πολιτικές στο εξωτερικό– δείχνει μια πολιτική ευελιξία με την οποία μπορεί να παρουσιάζεται σαν φιλοευρωπαίος στο εξωτερικό κερδίζοντας την εύνοια των Ευρωπαίων εταίρων. Μ αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να κάνει διασπαστική δουλειά για τη Ρωσία σε διάφορους τομείς, κυρίως στο ουκρανικό, μέσα στην ΕΕ.
Το φαινόμενο Ράντεφ στη Βουλγαρία, που δείχνει την πραγματικά πιο επικίνδυνη τάση για την Ευρώπη
Αλλά αν στη περίπτωση της Ουγγαρίας έχουμε έναν υποψήφιο που κινείται τουλάχιστον τυπικά σε μια φιλοευρωπαϊκή γραμμή χωρίς να αποκαλύπτει ανοιχτά τις φιλορώσικες διαθέσεις του, στη Βουλγαρία έχουμε μια τελείως διαφορετική κατάσταση με τη θριαμβευτική εκλογή του ανοιχτά φιλορώσου υποψήφιου απέναντι στις σχετικά φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις. Ο Ρούμεν Ράντεφ και το σχήμα «ProgressiveBulgaria» κατέγραψαν μια σαρωτική εκλογική νίκη, συγκεντρώνοντας περίπου το 45% των ψήφων και εξασφαλίζοντας άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αυτή τους επιτρέπει να κυβερνήσουν χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς καταποντίζοντας τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις σαν το GERBπου είχε αρχηγό τον καιροσκόπο Μπόικο Μπορίσοφ και το οποίο πήρε μετά βίας ένα 13%.
Ιδιαίτερο βάρος έχει το γεγονός ότι αυτή η νίκη δεν περιορίστηκε σε έναν στενό κομματικό πυρήνα, αλλά στηρίχθηκε σε μια ευρεία, διακομματική μετατόπιση ψηφοφόρων. Ο Ράντεφ απορρόφησε δυνάμεις τόσο από το χώρο της λεγόμενης αριστεράς (ιδίως ψηφοφόρους του Βουλγαρικού Σοσιαλιστικού Κόμματος- BSP) όσο και από εθνικιστικά και συντηρητικά ρεύματα, συγκροτώντας ένα μπλοκ με κοινό παρονομαστή την «αντιδιαφθορά», την αντίθεση στο παλιό πολιτικό σύστημα και μια πιο «κυρίαρχη» εξωτερική πολιτική. «Οι κύριοι παράγοντες που οδήγησαν στη νίκη του Ράντεφ ήταν η βαθιά απογοήτευση για τα χρόνια μάταιων προσπαθειών κατά της διαφθοράς, η ανησυχία για την άνοδο των τιμών... και ένα ισχυρό μείγμα φιλορωσικών αισθημάτων. (...) Ο Ράντεφ χρησιμοποίησε με έξυπνο τρόπο όλες αυτές τις ανησυχίες.» δήλωσε ο Ατανάς Ρούσεφ, διευθυντής του προγράμματος ασφαλείας στο Κέντρο Μελέτης της Δημοκρατίας στη Σόφια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φιλορώσικη κατεύθυνση ενσωματώθηκε στη γνωστή νικηφόρα λαϊκίστική πλατφόρμα «εθνικού συμφέροντος» και δήθεν πολιτικής εξυγίανσης.
Ράντεφ: ένας άνθρωπος του στρατιωτικού μηχανισμού του φιλορωσικού καθεστώτος
Ο Ρούμεν Ράντεφ δεν είναι ένα τυχαίο πρόσωπο που αναδείχθηκε συγκυριακά μέσα από την κρίση του βουλγαρικού πολιτικού συστήματος. Πρόκειται για έναν 62χρονο πρώην πιλότο μαχητικών, που εγκατέλειψε τη στρατιωτική του καριέρα για να εισέλθει στην πολιτική το 2016, κουβαλώντας όμως μαζί του ολόκληρη την θεσμική κληρονομιά του κρατικού μηχανισμού της σοσιαλφασιστικής Βουλγαρίας. Η αρχική του εκπαίδευση πραγματοποιήθηκε τη δεκαετία του 1980, όταν η χώρα αποτελούσε έναν από τους πιο πιστούς δορυφόρους της μπρεζνιεφικής Σοβιετικής Ένωσης και όταν ο ίδιος υπήρξε και μέλος του τότε «κομμουνιστικού» κόμματος.
Στη συνέχεια υπηρέτησε σε ανώτερες στρατιωτικές θέσεις μετά την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ το 2004 και στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2007. Εκπαιδεύτηκε τόσο στο Πανεπιστήμιο της Βουλγαρικής Αεροπορίας όσο και στο Κολέγιο Αεροπορίας της βάσης Maxwell στην Αλαμπάμα το 2003, ενώ διετέλεσε Διοικητής της Βουλγαρικής Αεροπορίας την περίοδο 2014–2016. Η εκλογή του στην προεδρία το 2016 –μια θεσμικά περιορισμένη αλλά πολιτικά αξιοποιήσιμη θέση– και η επανεκλογή του το 2021 στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό από το BSP, τον άμεσο πολιτικό απόγονο του κόμματος που κυβερνούσε επί του ρωσόδουλου σοσιαλφασίστα Ζίβκοφ, επιβεβαιώνοντας τους οργανικούς δεσμούς του με το παλιό κρατικο-κομματικό καθεστώς.
Παρά τον τυπικά συμβολικό ρόλο του Προέδρου, ο Ράντεφ μετέτρεψε τη θέση του σε ενεργό πολιτικό κέντρο. Οι δύο θητείες του χαρακτηρίστηκαν από συνεχείς συγκρούσεις με τον πρωθυπουργό Μπορίσοφ και τις κυβερνήσεις GERB (2017–2021 και μετά), με βασικό άξονα την καταγγελία της διαφθοράς, της «ολιγαρχίας» και της «μαφιοζοποίησης» του κράτους, δηλαδή με την κλασική «αριστερή» σοσιαλφασιστική πλατφόρμα. Έγινε έτσι ο κύριος πολιτικός αντίπαλος του Μπορίσοφ, αποκτώντας ισχυρό έρεισμα στις θυμωμένες λαϊκές μάζες. Κρίνοντας από το ότι μαζί με την Ελλάδα και η Βουλγαρία βρίσκεται στον πάτο της παραγωγικότητας της εργασίας στην ΕΕ μπορούμε να υποθέσουμε ότι η βαθύτερη αιτία αυτής της οργής βρίσκεται στο ότι όπως η Ελλάδα έτσι και η Βουλγαρία είναι θύμα παραγωγικού σαμποτάζ το οποίο χρεώνονται και στις δυο χώρες οι πραγματικές ή οι εμφανιζόμενες ως φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις
Η σοσιαλφασιστική του καμπάνια δεν περιορίστηκε σε ρητορικό επίπεδο. Με 46 προεδρικά βέτο – αριθμός ρεκόρ στη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας- προσπάθησε να μπλοκάρει νομοθεσίες που αφορούσαν τη δικαιοσύνη, κρατικές συμβάσεις, διορισμούς και προϋπολογισμούς με πιο χαρακτηριστική τη σύγκρουση για τον διορισμό του Γενικού Εισαγγελέα Ιβάν Γκέσεφ, τον οποίο αρνήθηκε να επικυρώσει οδηγώντας τη διαμάχη μέχρι το Συνταγματικό Δικαστήριο.
Η κορύφωση αυτής της αντιπαράθεσης ήρθε το 2020, όταν εισαγγελικές αρχές πραγματοποίησαν έφοδο στα γραφεία του. Η κίνηση αυτή πυροδότησε τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις στη Βουλγαρία από την ένταξη της χώρας στην ΕΕ το 2007, ενισχύοντας περαιτέρω την εικόνα του Ράντεφ ως αντισυστημικού πόλου και συμβάλλοντας στην πτώση της κυβέρνησης Μπορίσοφ.
Οι αποκαλυπτικές εκδουλεύσεις που προσέφερε στη Μόσχα
Ωστόσο, αυτή η πολιτική των βέτο δεν έμεινε μόνο στο ζήτημα του πολέμου ενάντια στη διαφθορά αλλά συνδυάστηκε με μια επιθετική φιλορώσικη γραμμή για τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Ο Ράντεφ έχει επανειλημμένα ζητήσει διάλογο με τη Ρωσία, αντιταχθεί στην αποστολή στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία και καταγγείλει τη δεκαετή αμυντική συμφωνία Βουλγαρίας–Ουκρανίας. Το 2021 δήλωσε ότι η Κριμαία είναι ρωσική – θέση που αργότερα προσπάθησε να μετριάσει αναφερόμενος σε παραβίαση του διεθνούς δικαίου, χωρίς όμως να αναιρέσει την πολιτική ουσία της τοποθέτησης.
Παράλληλα, έχει εκφραστεί κατά της επέκτασης της ΕΕ στα Δυτικά Βαλκάνια και έχει προτείνει δημοψήφισμα για την ένταξη της Βουλγαρίας στην ευρωζώνη, υιοθετώντας θέσεις που συγκλίνουν με την ευρωπαϊκή άκρα δεξιά. Το 2019 άσκησε βέτο στην αγορά μαχητικών F-16 από τις ΗΠΑ, κρίνοντάς τη υπερκοστολογημένη, ενώ το 2025 σε νομοθεσία που θα επέτρεπε την κρατική ανάληψη του διυλιστηρίου της Lukoil στο Burgas – βασικού ενεργειακού κόμβου ρωσικών συμφερόντων – επικαλούμενος κινδύνους για την οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια. Τα δυο αυτά βέτο αυτό ανετράπησαν από το κοινοβούλιο, αλλά ανέδειξαν καθαρά τις προτεραιότητές του.
Σε δημόσιες δηλώσεις έχει μιλήσει ακόμα για ανάγκη «πρακτικών σχέσεων» με τη Ρωσία, καταγγέλλει την «ηθικολογία» της ΕΕ και προωθεί την ιδέα μιας νέας συμφωνίας ασφάλειας μεταξύ Ευρώπης Ρωσίας ακριβώς σαν αυτή που προωθεί το Κρεμλίνο. Είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις θαυμασμού του Πεσκόφ για τη νέα ηγεσία και τις θέσεις της: «Φυσικά, εντυπωσιαστήκαμε από τα λόγια του κ. Ράντεφ, που κέρδισε τις εκλογές, καθώς και από τα λόγια ορισμένων άλλων Ευρωπαίων ηγετών, σχετικά με την ετοιμότητά τους να επιλύουν τα προβλήματα μέσω διαλόγου.»
Η πολιτική του επιτυχία δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς τη βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε. Μπορεί στη Βουλγαρία, το 61% των πολιτών να δηλώνει υπέρ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (έναντι 16% κατά), παρ’ όλα αυτά η πανσλαβική προπαγάνδα του τσαρισμού, αργότερα οι δεκαετίες του σοσιαλφασισμού της μετασταλινικής ΕΣΣΔ και μετά της Ρωσίας του Γέλτσιν και του Πούτιν έχουν κατασκευάσει τους τάχα «αιώνιους ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με τη Ρωσία», τους τάχα ακατάλυτους δεσμούς της «κοινής ορθόδοξης παράδοσης» καθώς και «την ιστορική μνήμη της ρωσικής συμβολής στην απελευθέρωση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία». Ημακρόχρονη ιμπεριαλιστική προπαγανδιστική διάβρωση επιτρέπει σε πολιτικούς όπως ο Ράντεφ να κινούνται διπλά: να εμφανίζονται ως ευρωπαϊστές προς τα έξω, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν και ενεργοποιούν τα νεοτσαρικά αντανακλαστικά στο εσωτερικό.
Αυτή ακριβώς η διπλή γλώσσα είναι που καθιστά τον Ράντεφ ιδιαίτερα επικίνδυνο. Δεν λειτουργεί όπως ο ανοιχτός συγκρουσιακός Ορμπάν, αλλά ως ένας πιο ευέλικτος και προσαρμοστικός εγκάθετος του Κρεμλίνου που αξιοποιεί την «αντιδιαφθορά», τον καλπικό πατριωτισμό και τον «πραγματισμό» για να εδραιώσει μια πολιτική γραμμή συμβατή με τα ρωσικά συμφέροντα μέσα στον ίδιο τον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι ακριβώς σ αυτή την κατεύθυνση οι δηλώσεις του μετά την εκλογική νίκη ότι «η Βουλγαρία θα καταβάλει κάθε προσπάθεια να συνεχίσει την ευρωπαϊκή της πορεία» όπως και ότι η χώρα είναι «περήφανο μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας» όπως και στελεχών του ProgressiveBulgaria σα τον AlexanderPulev (τεχνοκράτης, πρώην υπουργός, μέλος οικονομικής ομάδας) που δήλωσε πως «Πραγματικά υπερηφανευόμαστε που είμαστε Ευρωπαίοι. Είμαστε δικαιωματικά απ τη φύση μας Ευρωπαίοι».
Μέσα βέβαια σε αυτές τις αρνητικές εξελίξεις, ένα άλλο στοιχείο τις αντιπαλεύει: οι λαοί της Ευρώπης δεν έχουν εγκαταλείψει τον προσανατολισμό τους υπέρ της ενότητας και της δημοκρατικής ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ίδια η ΕΕ γεννήθηκε από τα αντιφασιστικά δημοκρατικά μέτωπα που συνέτριψαν τον φασισμό και το σοσιαλφασισμό μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και αυτή η ιστορική κληρονομιά εξακολουθεί να λειτουργεί, έστω και αντιφατικά, μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες. Απέναντι στις πιέσεις του ρωσοκινεζικού άξονα και στις παρεμβάσεις και μηχανορραφίες του που επιχειρούνται μέσω πολιτικών εκπροσώπων του, οι ευρωπαϊκοί λαοί διατηρούν βαθιά αντανακλαστικά αντίστασης και δεν πρόκειται να αποδεχθούν μια πορεία πολιτικής υποταγής και στην υποδούλωση από τους νεοχιτλερικούς της Ρωσίας και της Κίνας.







